enthralling
enth
ˈɪnθ
inth
ra
rɔ:
raw
lling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "enthralling"στα αγγλικά

enthralling
01

συναρπαστικός, γοητευτικός

capturing and holding one's attention in a compelling and fascinating manner 
enthralling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enthralling
συγκριτικός βαθμός
more enthralling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enthralling novel kept readers on the edge of their seats until the last page. 

Το συναρπαστικό μυθιστόρημα κράτησε τους αναγνώστες στην άκρη των θέσεών τους μέχρι την τελευταία σελίδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store