Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enthralling
01
συναρπαστικός, γοητευτικός
capturing and holding one's attention in a compelling and fascinating manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enthralling
συγκριτικός βαθμός
more enthralling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The historical exhibit at the museum provided an enthralling journey through centuries of civilization.
Η ιστορική έκθεση στο μουσείο προσέφερε ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα από αιώνες πολιτισμού.
Λεξικό Δέντρο
enthrallingly
enthralling



























