Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call on
01
καλώ, ζητώ
to officially ask a person or organization to do something
Transitive: to call on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call on
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls on
ενεστώτα μετοχή
calling on
απλός αόριστος
called on
παθητική μετοχή
called on
Παραδείγματα
The mayor called on the community for support during the crisis.
Ο δήμαρχος ζήτησε από την κοινότητα υποστήριξη κατά τη διάρκεια της κρίσης.
02
πέφτω να δω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη
to casually and briefly visit someone
Dialect
British
Transitive: to call on sb
Παραδείγματα
I'll call on my friend Sarah this evening.
Θα επισκεφτώ τη φίλη μου τη Σάρα απόψε.
03
απευθύνομαι σε, ζητώ βοήθεια από
to ask for help or information from someone
Transitive: to call on sb
Παραδείγματα
The employee called on her supervisor for clarification.
Ο υπάλληλος απευθύνθηκε στον επόπτη της για διευκρίνιση.
04
επικαλούμαι, χρησιμοποιώ
to use one's skills or qualities to get something done
Transitive: to call on one's skills or qualities
Παραδείγματα
The chef called on his culinary expertise to craft a delicious dish.
Ο σεφ επικαλέστηκε την γαστρονομική του εμπειρία για να δημιουργήσει ένα νόστιμο πιάτο.
05
καλώ, ζητώ να εκφραστούν
to ask someone to express their ideas or respond, usually in a public or educational context
Transitive: to call on sb
Παραδείγματα
In the seminar, the speaker called on attendees to engage in a collaborative discussion.
Στο σεμινάριο, ο ομιλητής ζήτησε από τους παρευρισκόμενους να συμμετάσχουν σε μια συνεργατική συζήτηση.
06
επισημαίνω, διορθώνω
to identify and fix errors to ensure accuracy
Transitive: to call on sb
Ditransitive: to call on sb a mistake
Παραδείγματα
She called the speaker on the misinformation during the debate.
Κάλεσε τον ομιλητή για την παραπληροφόρηση κατά τη διάρκεια της συζήτησης.



























