Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call for
01
απαιτώ, απαιτείται
to make something required, necessary, or appropriate
Transitive: to call for a requirement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call for
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls for
ενεστώτα μετοχή
calling for
απλός αόριστος
called for
παθητική μετοχή
called for
Παραδείγματα
Success often calls for perseverance.
Η επιτυχία συχνά απαιτεί επιμονή.
02
καλώ, ζητώ
to request the presence or participation of someone in a specific event or activity
Transitive: to call for sb/sth
Παραδείγματα
The director called for experienced actors to audition for the lead roles in the upcoming play.
Ο σκηνοθέτης ζήτησε έμπειρους ηθοποιούς να κάνουν ακρόαση για τους κύριους ρόλους στο επερχόμενο έργο.
03
περνώ να πάρω, έρχομαι να πάρω
to make a stop to collect someone from their home or workplace
Dialect
British
Transitive: to call for sb
Παραδείγματα
The shuttle will call for passengers at the designated locations.
Το λεωφορείο θα περάσει να παραλάβει τους επιβάτες στους καθορισμένους τόπους.
04
καλώ για, απαιτώ
to suggest something as fitting or essential in a given situation
Transitive: to call for a reward or celebration
Παραδείγματα
The successful negotiation calls for a round of applause for the entire team.
Η επιτυχημένη διαπραγμάτευση απαιτεί ένα χειροκρότημα για ολόκληρη την ομάδα.
05
καλώ για, απαιτώ
to request something loudly or formally
Transitive: to call for sth
Παραδείγματα
The opposition party called for an investigation into allegations of government corruption.
Το αντιπολιτευόμενο κόμμα ζήτησε έρευνα για τις κατηγορίες διαφθοράς της κυβέρνησης.



























