calk
calk
kɔ:k
kawk
chalkcaulk

Ορισμός και σημασία του "calk"στα αγγλικά

01

αγκίδα, νύχι

a metal projection on the underside of a horseshoe, designed to prevent slipping and improve traction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calks
Παραδείγματα
The blacksmith added a calk to the horseshoe for better grip on icy roads. 

Ο σιδηρουργός πρόσθεσε ένα κάλαμο στο πέταλο για καλύτερη πρόσφυση σε παγωμένους δρόμους.

to calk
01

τραυματίζω με πέταλο, βλάπτω με αιχμηρή προεξοχή

to injure, especially a horse, with a calk or sharp projection on a shoe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
calk
γ΄ ενικό πρόσωπο
calks
ενεστώτα μετοχή
calking
απλός αόριστος
calked
παθητική μετοχή
calked
Παραδείγματα
The horse was accidentally calked during the race. 

Το άλογο τυχαία πεταλώθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα.

02

καλαφατίζω, σφραγίζω

to seal joints or seams, especially in a ship, building, or pipe, using a waterproof material such as tar, putty, or caulking compound 
Παραδείγματα
The workers calked the seams of the wooden boat to prevent leaks. 

Οι εργάτες σφράγισαν τις ραφές της ξύλινης βάρκας για να αποφύγουν διαρροές.

03

καρφώνω, εξοπλίζω με καρφιά

to equip a shoe, especially a horse's shoe, with calks or projections for better traction 
Παραδείγματα
They calked the work boots for added grip on frozen ground. 

Καρφώσανε τις μπότες εργασίας για καλύτερη πρόσφυση στον παγωμένο έδαφος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store