brawny
braw
ˈbrɔ:
braw
ny
ni
ni
brainy

Ορισμός και σημασία του "brawny"στα αγγλικά

01

μυώδης, δυνατός

(of a person) physically strong with well-developed muscles 
brawny definition and meaning
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
brawniest
συγκριτικός βαθμός
brawnier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The brawny construction worker effortlessly lifted heavy beams and carried them across the site. 

Ο γερός εργάτης κατασκευών σήκωσε χωρίς κόπο βαριά δοκάρια και τα μετέφερε σε όλο το εργοτάξιο.

Λεξικό Δέντρο

brawniness
brawny
brawn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store