bratwurst
brat
ˈbræt
μπραιτ
wurst
wɜrst
ουερρστ
/bɹˈætwɜːst/

Ορισμός και σημασία του "bratwurst"στα αγγλικά

01

μπρατβουρστ, γερμανικό λουκάνικο

a type of German sausage made from ground pork or veal, seasoned with spices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bratwursts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store