Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overgraze
01
υπερβόσκηση, υπερβολική βόσκηση
to allow animals to eat too much grass in an area, which can harm the land and prevent new grass from growing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overgraze
γ΄ ενικό πρόσωπο
overgrazes
ενεστώτα μετοχή
overgrazing
απλός αόριστος
overgrazed
παθητική μετοχή
overgrazed
Παραδείγματα
If they continue to overgraze the land, it may take years to recover.
Αν συνεχίσουν να υπερβόσκουν τη γη, μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψει.
Λεξικό Δέντρο
overgraze
graze



























