to overgraze
Pronunciation
/ˌoʊvɚɡɹˈeɪz/

Ορισμός και σημασία του "overgraze"στα αγγλικά

to overgraze
01

υπερβόσκηση, υπερβολική βόσκηση

to allow animals to eat too much grass in an area, which can harm the land and prevent new grass from growing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overgraze
γ΄ ενικό πρόσωπο
overgrazes
ενεστώτα μετοχή
overgrazing
απλός αόριστος
overgrazed
παθητική μετοχή
overgrazed
Παραδείγματα
If they continue to overgraze the land, it may take years to recover.
Αν συνεχίσουν να υπερβόσκουν τη γη, μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store