blitzed
blitzed
blɪtst
blitst

Ορισμός και σημασία του "blitzed"στα αγγλικά

01

μεθυσμένος, μπουρδεμένος

very drunk or heavily intoxicated 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blitzed
συγκριτικός βαθμός
more blitzed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was completely blitzed after just a few drinks. 

Ήταν εντελώς μεθυσμένος μετά από λίγα μόνο ποτά.

Λεξικό Δέντρο

blitzed
blitz
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store