Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bloat
01
φουσκώνω, πρήζομαι
to become larger and uncomfortable, often due to gas or excess fluid
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bloat
γ΄ ενικό πρόσωπο
bloats
ενεστώτα μετοχή
bloating
απλός αόριστος
bloated
παθητική μετοχή
bloated
Παραδείγματα
Avoiding certain foods will help prevent the stomach from bloating in the future.
Η αποφυγή ορισμένων τροφίμων θα βοηθήσει στην πρόληψη της φούσκωσης του στομάχου στο μέλλον.
02
φουσκώνω, πρήζω
to cause something to swell or become distended, often due to excess fluid, gas, or overeating
Transitive: to bloat the body or a body part
Παραδείγματα
Some medications can bloat the body as a side effect, leading to swelling in various parts of the body.
Ορισμένα φάρμακα μπορούν να φουσκώνουν το σώμα ως παρενέργεια, οδηγώντας σε οίδημα σε διάφορα μέρη του σώματος.
Bloat
01
μετεωρισμός, φούσκωμα του προνόμιου
swelling of the rumen or intestinal tract of domestic animals caused by excessive gas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
πρήξιμο λογισμικού, υπερφόρτωση λογισμικού
software inefficiency or unnecessary resource usage
slang
Παραδείγματα
That software 's bloat makes it nearly unusable.
Η φούσκωμα αυτού του λογισμικού το καθιστά σχεδόν αχρησιμοποίητο.
Λεξικό Δέντρο
bloated
bloater
bloat



























