Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bloatware
01
ανεπιθύμητο προεγκατεστημένο λογισμικό, περιττό προεγκατεστημένο λογισμικό
unwanted or unnecessary pre-installed software on a device
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bloatwares
Παραδείγματα
My new phone came with so much bloatware.
Το νέο μου τηλέφωνο ήρθε με τόσο bloatware.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bloatware
bloat
ware



























