blizzard
bli
ˈblɪ
bli
zzard
zəd
zēd
lizard

Ορισμός και σημασία του "blizzard"στα αγγλικά

01

χιονοθύελλα, χιονοκαταιγίδα

a storm with heavy snowfall and strong winds 
blizzard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blizzards
Παραδείγματα
The blizzard made driving conditions hazardous. 

Η χιονοθύελλα έκανε τις συνθήκες οδήγησης επικίνδυνες.

02

μια σειρά από απροσδόκητες και δυσάρεστες εμφανίσεις

a series of unexpected and unpleasant occurrences 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store