Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blithe
01
απερίσκεπτος, ελαφρός
acting in a careless way without much thought about consequences
Παραδείγματα
He was criticized for his blithe comments on sensitive issues.
Κριτικάρηκε για τα απερίσκεπτα σχόλιά του σε ευαίσθητα θέματα.
02
ανέμελος, χαρούμενος
appearing cheerfully untroubled by problems or difficulties
Παραδείγματα
His blithe personality made him seem perpetually cheerful, as if no trouble could dampen his mood.
Η ανέμελη προσωπικότητά του τον έκανε να φαίνεται διαρκώς ευδιάθετος, σαν να μην μπορούσε κανένα πρόβλημα να χαλάσει τη διάθεσή του.
Λεξικό Δέντρο
blithely
blitheness
blithe



























