bloatware
bloat
ˈbləʊt
blewt
ware
ˌwɛə
veē

Ορισμός και σημασία του "bloatware"στα αγγλικά

01

ανεπιθύμητο προεγκατεστημένο λογισμικό, περιττό προεγκατεστημένο λογισμικό

unwanted or unnecessary pre-installed software on a device 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bloatwares
Παραδείγματα
My new phone came with so much bloatware. 

Το νέο μου τηλέφωνο ήρθε με τόσο bloatware.

Λεξικό Δέντρο

bloatware

bloat

+

ware

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store