Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breading
01
παναρισμα, τριμμένη φρυγανιά
a coating made of breadcrumbs, flour, or other ingredients used to cover food before cooking or frying to make it crispy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
breadings
Παραδείγματα
She dipped the chicken in egg and then coated it with breading.
Βύθισε το κοτόπουλο στο αυγό και μετά το επικάλυψε με τριμμένη φρυγανιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
breading
bread



























