Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
named
01
ονομαζόμενος, που λέγεται
having a specific name
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The award was given to a student named Emily Johnson.
Το βραβείο δόθηκε σε έναν μαθητή ονόματι Emily Johnson.
02
ονομασμένος, καλούμενος
having been given a specific name or title
Παραδείγματα
The company’s newly named product line includes several innovative items.
Η πρόσφατα ονομασθείσα γραμμή προϊόντων της εταιρείας περιλαμβάνει πολλά καινοτόμα αντικείμενα.
03
ονομασμένος, καθορισμένος
specifically mentioned or identified by name
Παραδείγματα
The named witnesses in the case were called to testify.
Οι κατονομασθέντες μάρτυρες στην υπόθεση κλήθηκαν να καταθέσουν.
04
ονομασμένος, επιλεγμένος
chosen or appointed for a specific role or position
Παραδείγματα
She was named the team captain for the season.
Έγινε ονομαστική αρχηγός της ομάδας για τη σεζόν.
Λεξικό Δέντρο
unnamed
named
name



























