Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
named
01
ονομαζόμενος, που λέγεται
having a specific name
Παραδείγματα
The witness to the accident was a man named Gregory Adams.
Ο μάρτυρας του ατυχήματος ήταν ένας άνδρας ονόματι Γκρέγκορι Άνταμς.
02
ονομασμένος, καλούμενος
having been given a specific name or title
Παραδείγματα
The uniquely named charity event drew a lot of community support.
Η φιλανθρωπική εκδήλωση που ονομάστηκε μοναδικά προσέλκυσε πολλή υποστήριξη από την κοινότητα.
03
ονομασμένος, καθορισμένος
specifically mentioned or identified by name
Παραδείγματα
In the press release, several named individuals were credited for their contributions.
Στην ανακοίνωση τύπου, αρκετά ονομασμένα άτομα πιστώθηκαν για τις συνεισφορές τους.
04
ονομασμένος, επιλεγμένος
chosen or appointed for a specific role or position
Παραδείγματα
The board announced the newly named head of the department to the staff.
Το διοικητικό συμβούλιο ανακοίνωσε στο προσωπικό τον νέο διορισθέντα επικεφαλής του τμήματος.
Λεξικό Δέντρο
unnamed
named
name



























