nan
nan
næn
ναιν
/nˈæn/

Ορισμός και σημασία του "nan"στα αγγλικά

01

η γιαγιά σου, η γιαγιά σας

your grandmother
nan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nans
02

γιαγιά, προγιαγιά

the mother of your father or mother
nan definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store