nan
nan
næn
nān
vanXanhancan

Ορισμός και σημασία του "nan"στα αγγλικά

01

η γιαγιά σου, η γιαγιά σας

your grandmother 
nan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
nans
θηλυκό ενικό
nan
neutral form
grandparent
02

γιαγιά, προγιαγιά

the mother of your father or mother 
nan definition and meaning

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store