Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nanism
01
νανισμός
a genetic abnormality resulting in short stature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νανισμός