Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acutely
Παραδείγματα
The stress of the deadline was acutely felt by the entire team.
Το άγχος της προθεσμίας έντονα αισθάνθηκε από ολόκληρη την ομάδα.
02
οξύτερα, με διορατικότητα
in a wise, insightful, or sharply perceptive manner
Παραδείγματα
The critic acutely pointed out the artist's unique style.
Ο κριτικός οξύτατα επισήμανε τη μοναδική τεχνοτροπία του καλλιτέχνη.
03
αιφνίδια, απότομα
with a rapid and sudden onset, usually physical or medical
Παραδείγματα
She experienced acutely severe headaches following the accident.
Βίωσε οξείς και σοβαρές πονοκεφάλους μετά το ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
acutely
acute



























