Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
astutely
01
έξυπνα, οξυδερκώς
in a way that shows sharp judgment, keen insight, or practical intelligence
Παραδείγματα
He astutely shifted the conversation away from sensitive topics.
Επιδέξια απομάκρυνε τη συζήτηση από ευαίσθητα θέματα.
Λεξικό Δέντρο
astutely
astute



























