Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asylum
01
άσυλο, καταφύγιο
protection or a safe place for those who are in danger or are experiencing hardship
02
ψυχιατρείο, άσυλο
a facility offering care for patients with mental or medical conditions needing extended treatment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asylums
Παραδείγματα
The asylum provided a safe and supportive environment for individuals recovering from severe psychiatric disorders.
Το άσυλο παρείχε ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για άτομα που ανέρχονταν από σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές.
03
άσυλο, πολιτικό άσυλο
protection given by a country to someone who has escaped their own country for political reasons
Παραδείγματα
The family sought asylum after fleeing the conflict.
Η οικογένεια ζήτησε άσυλο μετά τη φυγή από τη σύγκρουση.



























