Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impetrate
01
ικετεύω, αποκτώ με ικεσία
to earnestly request or obtain something through prayer, entreaty, or supplication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impetrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
impetrates
ενεστώτα μετοχή
impetrating
απλός αόριστος
impetrated
παθητική μετοχή
impetrated
Παραδείγματα
The charity workers went door to door to impetrate donations for the homeless shelter.
Οι εργαζόμενοι της φιλανθρωπικής οργάνωσης πήγαν από πόρτα σε πόρτα για να ικετεύσουν για δωρεές για το καταφύγιο αστέγων.



























