Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impetrate
01
ικετεύω, αποκτώ με ικεσία
to earnestly request or obtain something through prayer, entreaty, or supplication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impetrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
impetrates
ενεστώτα μετοχή
impetrating
απλός αόριστος
impetrated
παθητική μετοχή
impetrated
Παραδείγματα
The villagers gathered at the temple to impetrate the gods for rain during the severe drought.
Οι χωρικοί συγκεντρώθηκαν στο ναό για να ικετεύσουν τους θεούς για βροχή κατά τη διάρκεια της σοβαρής ξηρασίας.



























