Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prospectively
01
προοπτικά, με βάση τις μελλοντικές δυνατότητες ή ενέργειες
with regard to future possibilities or actions
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company implemented changes prospectively, aiming to improve efficiency in the upcoming fiscal year.
Η εταιρεία εφάρμοσε αλλαγές προοπτικά, με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας στο επερχόμενο οικονομικό έτος.
Λεξικό Δέντρο
prospectively
prospective
prospect



























