to prosper
pros
ˈprɑs
praas
per
pər
pēr
proper

Ορισμός και σημασία του "prosper"στα αγγλικά

to prosper
01

ευημερώ, ακμάζω

to grow in a successful way, especially financially 
Intransitive
to prosper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
prosper
γ΄ ενικό πρόσωπο
prospers
ενεστώτα μετοχή
prospering
απλός αόριστος
prospered
παθητική μετοχή
prospered
Παραδείγματα
By providing excellent services, the startup managed to prosper and expand its customer base. 

Παρέχοντας εξαιρετικές υπηρεσίες, η startup κατάφερε να ακμάσει και να επεκτείνει τη βάση πελατών της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prospering
prosperity
prosperous
prosper
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store