Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prosperity
01
ευημερία
the state of economical growth and wealth
02
ευημερία, πλούτος
the state of being successful, particularly by earning a lot of money
Παραδείγματα
The company ’s prosperity was evident in its expanding office spaces and growing workforce.
Η ευημερία της εταιρείας ήταν εμφανής στους επεκτεινόμενους χώρους γραφείων και την αυξανόμενη εργατική δύναμη.
Λεξικό Δέντρο
prosperity
prosper



























