prosperity
pros
ˈprɑs
πρασ
pe
πε
ri
ρα
ty
ti
τι
/pɹəspˈɛɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "prosperity"στα αγγλικά

01

ευημερία

the state of economical growth and wealth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ευημερία, πλούτος

the state of being successful, particularly by earning a lot of money
Παραδείγματα
The company ’s prosperity was evident in its expanding office spaces and growing workforce.
Η ευημερία της εταιρείας ήταν εμφανής στους επεκτεινόμενους χώρους γραφείων και την αυξανόμενη εργατική δύναμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store