Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prosper
01
ευημερώ, ακμάζω
to grow in a successful way, especially financially
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
prosper
γ΄ ενικό πρόσωπο
prospers
ενεστώτα μετοχή
prospering
απλός αόριστος
prospered
παθητική μετοχή
prospered
Παραδείγματα
By providing excellent services, the startup managed to prosper and expand its customer base.
Παρέχοντας εξαιρετικές υπηρεσίες, η startup κατάφερε να ακμάσει και να επεκτείνει τη βάση πελατών της.
Λεξικό Δέντρο
prospering
prosperity
prosperous
prosper



























