Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egregiously
01
φρικτά, σκανδαλωδώς
in a manner that is extremely and shockingly bad or offensive
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The error in the report was made egregiously, leading to serious consequences.
Το λάθος στην αναφορά έγινε κατά τρόπο εξωφρενικό, οδηγώντας σε σοβαρές συνέπειες.
Λεξικό Δέντρο
egregiously
egregious



























