Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egregiously
01
φρικτά, σκανδαλωδώς
in a manner that is extremely and shockingly bad or offensive
Παραδείγματα
The discrimination against certain groups was practiced egregiously, sparking protests.
Η διάκριση εναντίον ορισμένων ομάδων πραγματοποιήθηκε εξοργιστικά, προκαλώντας διαμαρτυρίες.
Λεξικό Δέντρο
egregiously
egregious



























