Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to egress
01
βγαίνω, εκκενώνω
to come out of or leave a place
Transitive: to egress a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
egress
γ΄ ενικό πρόσωπο
egresses
ενεστώτα μετοχή
egressing
απλός αόριστος
egressed
παθητική μετοχή
egressed
Παραδείγματα
In case of a fire, employees are trained to calmly egress the building using the designated emergency exits.
Σε περίπτωση πυρκαγιάς, οι εργαζόμενοι εκπαιδεύονται να βγαίνουν ήρεμα από το κτίριο χρησιμοποιώντας τις καθορισμένες έξοδος κινδύνου.
Egress
01
έξοδος, αναχώρηση
the act or process of exiting or leaving a place, typically a building, area, or location
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
egresses
Παραδείγματα
The emergency exit provided a safe egress for the employees during the fire drill.
Η έξοδος κινδύνου παρείχε μια ασφαλή έξοδο για τους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της πυρασφάλειας.
02
έξοδος
(astronomy) the reappearance of a celestial body after an eclipse
03
έξοδος, εμφάνιση
the becoming visible
Λεξικό Δέντρο
egression
egress



























