Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to egress
01
βγαίνω, εκκενώνω
to come out of or leave a place
Transitive: to egress a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
egress
γ΄ ενικό πρόσωπο
egresses
ενεστώτα μετοχή
egressing
απλός αόριστος
egressed
παθητική μετοχή
egressed
Παραδείγματα
The hikers waited until dawn to egress the forest.
Οι πεζοπόροι περίμεναν μέχρι την αυγή για να βγουν από το δάσος.
Egress
01
έξοδος, αναχώρηση
the act or process of exiting or leaving a place, typically a building, area, or location
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
egresses
Παραδείγματα
During the evacuation, firefighters ensured the egress of residents from the burning apartment building.
Κατά την εκκένωση, οι πυροσβέστες εξασφάλισαν την έξοδο των κατοίκων από το κτίριο που έκαιγε.
02
έξοδος
(astronomy) the reappearance of a celestial body after an eclipse
03
έξοδος, εμφάνιση
the becoming visible
Λεξικό Δέντρο
egression
egress



























