bewildering
be
μπι
wil
ˈwɪl
ουιλ
de
ντα
ring
rɪng
ρινγκ

Ορισμός και σημασία του "bewildering"στα αγγλικά

bewildering
01

συγχέων, μπερδεμένος

causing confusion or lack of understanding 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bewildering
συγκριτικός βαθμός
more bewildering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, experience, perception
Παραδείγματα
The bewildering array of choices made it hard to decide. 

Η συγχυσμένη σειρά επιλογών έκανε δύσκολη την απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bewilderingly
bewildering
bewilder
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store