bewildering
Pronunciation
/bɪwˈɪldɚɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bewildering"στα αγγλικά

bewildering
01

συγχέων, μπερδεμένος

causing confusion or lack of understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bewildering
συγκριτικός βαθμός
more bewildering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sudden plot twist in the movie was utterly bewildering.
Η ξαφνική ανατροπή της πλοκής της ταινίας ήταν εντελώς σαστισμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store