Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upsell
01
πουλώ πιο ακριβά, προτείνω ένα υψηλότερο μοντέλο
to encourage a customer to buy a more expensive or upgraded version of a product or service, or to add additional items to their purchase
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upsell
γ΄ ενικό πρόσωπο
upsells
ενεστώτα μετοχή
upselling
απλός αόριστος
upsold
παθητική μετοχή
upsold
Παραδείγματα
When buying a new smartphone, the salesperson may attempt to upsell by suggesting a higher-tier model with additional features.
Όταν αγοράζετε ένα νέο smartphone, ο πωλητής μπορεί να προσπαθήσει να πουλήσει ακριβότερα προτείνοντας ένα μοντέλο υψηλότερης κατηγορίας με πρόσθετα χαρακτηριστικά.
Λεξικό Δέντρο
upsell
sell



























