Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outspend
01
ξοδεύω περισσότερα από, υπερβαίνω σε δαπάνες
to spend more money than somebody else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outspend
γ΄ ενικό πρόσωπο
outspends
ενεστώτα μετοχή
outspending
απλός αόριστος
outspent
παθητική μετοχή
outspent
Παραδείγματα
The billionaire was able to outspend all other bidders at the charity auction, securing the rare artwork for his collection
Ο δισεκατομμυριούχος κατάφερε να ξοδέψει περισσότερα από όλους τους άλλους πλειοδότες στη φιλανθρωπική δημοπρασία, εξασφαλίζοντας το σπάνιο έργο τέχνης για τη συλλογή του.
Λεξικό Δέντρο
outspend
out
spend



























