Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outspend
01
ξοδεύω περισσότερα από, υπερβαίνω σε δαπάνες
to spend more money than somebody else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outspend
γ΄ ενικό πρόσωπο
outspends
ενεστώτα μετοχή
outspending
απλός αόριστος
outspent
παθητική μετοχή
outspent
Παραδείγματα
In an effort to dominate the tech industry, the company decided to outspend its rivals on research and development, leading to faster innovation.
Σε μια προσπάθεια να κυριαρχήσει στη βιομηχανία τεχνολογίας, η εταιρεία αποφάσισε να ξοδέψει περισσότερα από τους ανταγωνιστές της σε έρευνα και ανάπτυξη, οδηγώντας σε ταχύτερη καινοτομία.
Λεξικό Δέντρο
outspend
out
spend



























