outskirts
outs
ˈaʊts
awts
kirts
kɜ:ts
kēts
outskirt

Ορισμός και σημασία του "outskirts"στα αγγλικά

01

προάστια, περιφέρεια

the outer areas or parts of a city or town 
outskirts definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many families choose to live on the outskirts of the city to enjoy a quieter lifestyle while still having access to urban amenities. 

Πολλές οικογένειες επιλέγουν να ζουν στα προάστια της πόλης για να απολαμβάνουν έναν πιο ήσυχο τρόπο ζωής, διατηρώντας παράλληλα πρόσβαση σε αστικές ανέσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store