Outsize
volume
British pronunciation/a‍ʊtsˈa‍ɪz/
American pronunciation/ˈaʊtˌsaɪz/

Ορισμός και Σημασία του "outsize"

01

υπερμεγέθης, μεγέθης εξαιρετικά

an unusual garment size (especially one that is very large)
01

υπερμεγέθης, μεγαλύτερος από το κανονικό

much larger than what is expected or regular
example
Example
click on words
The outsize suitcase was needed to fit all the camping gear for the trip.
Η υπερμεγέθης βαλίτσα ήταν απαραίτητη για να χωρέσουν όλα τα εξαρτήματα κατασκήνωσης για το ταξίδι.
She wore an outsize hat that drew attention at the garden party.
Φορούσε ένα υπερμεγέθη καπέλο που τράβηξε την προσοχή στη δεξίωση στον κήπο.

word family

out
size
outsize

outsize

Noun
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store