outsize
out
ˈaʊt
awt
size
saɪz
saiz
outside

Ορισμός και σημασία του "outsize"στα αγγλικά

01

ασυνήθιστο μέγεθος, πολύ μεγάλο μέγεθος

an unusual garment size (especially one that is very large) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outsizes
01

υπερμεγέθης, ασυνήθιστα μεγάλος

much larger than what is expected or regular 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outsize
συγκριτικός βαθμός
more outsize
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, expectation, objects
Παραδείγματα
The outsize suitcase was needed to fit all the camping gear for the trip. 

Η τεράστια βαλίτσα ήταν απαραίτητη για να χωρέσει όλο τον εξοπλισμό κατασκήνωσης για το ταξίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outsize

out

+

size

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store