Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conflicted
01
συγκρουόμενος, διχασμένος
experiencing contradictory feelings, thoughts, or emotions, often resulting from having to make a difficult choice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conflicted
συγκριτικός βαθμός
more conflicted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, psychology, decision-making
Παραδείγματα
He was conflicted about attending the party, torn between wanting to socialize and needing to finish his work.
Ήταν διχασμένος σχετικά με την παρουσία στο πάρτι, σπαραγμένος ανάμεσα στην επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί και την ανάγκη να ολοκληρώσει τη δουλειά του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
conflicted
conflict



























