Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play into one's hands
01
παίζει το παιχνίδι του αντιπάλου, δίνει πλεονέκτημα στον αντίπαλο
to unintentionally give an advantage to one's enemy or rival
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
By reacting angrily, he played right into his opponent's hands.
Με την οργισμένη αντίδρασή του, έπαιξε κατευθείαν το παιχνίδι του αντιπάλου του.



























