borderline
Pronunciation
/ˈbɔrdərˌlaɪn/

Ορισμός και σημασία του "borderline"στα αγγλικά

01

σύνορο, όριο

a line that indicates a boundary
borderline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
borderlines
borderline
01

συνοριακός, αμφίβολος

of questionable or minimal quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most borderline
συγκριτικός βαθμός
more borderline
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store