Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Borderline
01
σύνορο, όριο
a line that indicates a boundary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
borderlines
borderline
01
συνοριακός, αμφίβολος
of questionable or minimal quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most borderline
συγκριτικός βαθμός
more borderline
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
borderline
border
line



























