lefse
lef
ˈlɛf
lef
se
leaselense

Ορισμός και σημασία του "lefse"στα αγγλικά

01

λέφσε, ένα παραδοσιακό νορβηγικό επίπεδο ψωμί φτιαγμένο από πατάτες

a traditional Norwegian flatbread made from potatoes, flour, and often butter, typically cooked on a griddle 
lefse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lefses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store