fulfilling
ful
fʊl
φουλ
fi
ˈfɪ
φι
lling
lɪng
λινγκ
/fʊlfˈɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fulfilling"στα αγγλικά

fulfilling
01

ικανοποιητικός, γεμάτος ευχαρίστηση

bringing a deep sense of satisfaction or happiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fulfilling
συγκριτικός βαθμός
more fulfilling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Traveling the world and learning about different cultures is fulfilling his lifelong dream.
Το ταξίδι γύρω από τον κόσμο και η μάθηση για διαφορετικούς πολιτισμούς εκπληρώνει το όνειρο της ζωής του.

Λεξικό Δέντρο

unfulfilling
fulfilling
fulfill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store