Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fulfilling
01
ικανοποιητικός, γεμάτος ευχαρίστηση
bringing a deep sense of satisfaction or happiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fulfilling
συγκριτικός βαθμός
more fulfilling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Traveling the world and learning about different cultures is fulfilling his lifelong dream.
Το ταξίδι γύρω από τον κόσμο και η μάθηση για διαφορετικούς πολιτισμούς εκπληρώνει το όνειρο της ζωής του.
Λεξικό Δέντρο
unfulfilling
fulfilling
fulfill



























