fulfilling
ful
fʊl
fool
fi
ˈfɪ
fi
lling
lɪng
ling
instillingthrillingrefillingshrilling

Ορισμός και σημασία του "fulfilling"στα αγγλικά

fulfilling
01

ικανοποιητικός, γεμάτος ευχαρίστηση

bringing a deep sense of satisfaction or happiness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fulfilling
συγκριτικός βαθμός
more fulfilling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, emotion, work
Παραδείγματα
Teaching young students is a fulfilling career for her. 

Η διδασκαλία νέων μαθητών είναι μια ικανοποιητική καριέρα για αυτήν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfulfilling
fulfilling
fulfill
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store