to result in
re
ri
sult
ˈzʌlt
zalt
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "result in"στα αγγλικά

to result in
01

οδηγώ σε, καταλήγω σε

to cause something to occur 
Transitive: to result in sth
to result in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
result
ενεστώτας
result in
γ΄ ενικό πρόσωπο
results in
ενεστώτα μετοχή
resulting in
απλός αόριστος
resulted in
παθητική μετοχή
resulted in
Παραδείγματα
His reckless driving resulted in a serious accident. 

Η απερίσκεπτη οδήγησή του προκάλεσε ένα σοβαρό ατύχημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store