Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to restructure
01
αναδομώ, αναδιοργανώνω
to completely change how something is organized or built, often making it simpler or more efficient
Transitive: to restructure sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
restructure
γ΄ ενικό πρόσωπο
restructures
ενεστώτα μετοχή
restructuring
απλός αόριστος
restructured
παθητική μετοχή
restructured
Παραδείγματα
The management team often restructures departments to improve collaboration.
Η ομάδα διαχείρισης συχνά αναδομεί τα τμήματα για να βελτιώσει τη συνεργασία.
Λεξικό Δέντρο
restructure
structure



























