Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to result in
[phrase form: result]
01
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to cause something to occur
Transitive: to result in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
result
ενεστώτας
result in
γ΄ ενικό πρόσωπο
results in
ενεστώτα μετοχή
resulting in
απλός αόριστος
resulted in
παθητική μετοχή
resulted in
Παραδείγματα
Proper maintenance will result in longer-lasting equipment.
Η σωστή συντήρηση θα οδηγήσει σε εξοπλισμό με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.



























