Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to result in
[phrase form: result]
01
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to cause something to occur
Transitive: to result in sth
Παραδείγματα
Proper maintenance will result in longer-lasting equipment.
Η σωστή συντήρηση θα οδηγήσει σε εξοπλισμό με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.



























