Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unviable
01
αβάσιμος, απραγματοποίητος
cannot do what it is intended to successfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unviable
συγκριτικός βαθμός
more unviable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientific experiment was considered unviable because the conditions could not be accurately replicated.
Το επιστημονικό πείραμα θεωρήθηκε αδύνατο διότι οι συνθήκες δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν με ακρίβεια.
Λεξικό Δέντρο
unviable
viable



























