Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harrumph
01
γρυλίζω, βήχω επιφυλακτικά
to express disapproval of something by making a noise in the throat
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harrumph
γ΄ ενικό πρόσωπο
harrumphs
ενεστώτα μετοχή
harrumphing
απλός αόριστος
harrumphed
παθητική μετοχή
harrumphed
Παραδείγματα
The professor harrumphed loudly when the student suggested a controversial theory during the lecture.
Ο καθηγητής έβηξε δυνατά όταν ο φοιτητής πρότεινε μια αμφιλεγόμενη θεωρία κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
Harrumph
01
ένα μουρμουρητό, ένας ήχος καθαρισμού του λαιμού
a throat-clearing sound made to express disapproval, annoyance, or dissatisfaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harrumphs
Παραδείγματα
He let out a harrumph when asked to wait.
Έβγαλε ένα χαρουμφ όταν του ζητήθηκε να περιμένει.



























