to harrumph
ha
rrumph
ˈrʌmf
ramf

Ορισμός και σημασία του "harrumph"στα αγγλικά

to harrumph
01

γρυλίζω, βήχω επιφυλακτικά

‌to express disapproval of something by making a noise in the throat 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harrumph
γ΄ ενικό πρόσωπο
harrumphs
ενεστώτα μετοχή
harrumphing
απλός αόριστος
harrumphed
παθητική μετοχή
harrumphed
Παραδείγματα
The professor harrumphed loudly when the student suggested a controversial theory during the lecture. 

Ο καθηγητής έβηξε δυνατά όταν ο φοιτητής πρότεινε μια αμφιλεγόμενη θεωρία κατά τη διάρκεια της διάλεξης.

01

ένα μουρμουρητό, ένας ήχος καθαρισμού του λαιμού

a throat-clearing sound made to express disapproval, annoyance, or dissatisfaction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harrumphs
Παραδείγματα
He let out a harrumph when asked to wait. 

Έβγαλε ένα χαρουμφ όταν του ζητήθηκε να περιμένει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store