Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hurry up
[phrase form: hurry]
01
βιάσου, κάνε γρήγορα
to act more quickly because there is not much time
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
hurry
ενεστώτας
hurry up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurries up
ενεστώτα μετοχή
hurrying up
απλός αόριστος
hurried up
παθητική μετοχή
hurried up
Παραδείγματα
The teacher told the students to hurry up with their assignments.
Ο δάσκαλος είπε στους μαθητές να βιαστούν με τις εργασίες τους.
02
βιάσου, επιταχύνω
to make a particular thing such as an event, action, etc. happen faster
Παραδείγματα
Can you do anything to hurry the delivery of my package up?
Μπορείτε να κάνετε κάτι για να επιταχύνετε την παράδοση του δέματός μου;



























