to zoom
zoom
zum
zoom
whomloomtombdoom

Ορισμός και σημασία του "zoom"στα αγγλικά

to zoom
01

τρέχω γρήγορα, κινούμαι με ταχύτητα

to move rapidly or swiftly 
Intransitive: to zoom somewhere
to zoom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
zoom
γ΄ ενικό πρόσωπο
zooms
ενεστώτα μετοχή
zooming
απλός αόριστος
zoomed
παθητική μετοχή
zoomed
Παραδείγματα
The sports car zoomed down the highway, leaving other vehicles behind. 

Το σπορ αυτοκίνητο πετάχτηκε στον αυτοκινητόδρομο, αφήνοντας πίσω άλλα οχήματα.

02

βουίζω, δονώ

to move with a low, resonant sound 
Intransitive: to zoom somewhere
Παραδείγματα
The bees began to zoom around the flowers, collecting nectar in the warm summer air. 

Οι μέλισσες άρχισαν να βουίζουν γύρω από τα λουλούδια, συλλέγοντας νέκταρ στον ζεστό καλοκαιρινό αέρα.

03

αναπηδώ, αυξάνομαι ραγδαία

to increase rapidly and significantly 
Intransitive
Παραδείγματα
The stock prices began to zoom after the positive financial report was released. 

Οι τιμές των μετοχών άρχισαν να αναπηδούν μετά την κυκλοφορία της θετικής οικονομικής έκθεσης.

01

η άνοδος, η ανύψωση

the act of rising upward into the air 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zooms
02

γρήγορη άνοδος, αιφνίδια άνοδος

a rapid rise 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store