blushing
Pronunciation
/ˈbɫəʃɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "blushing"στα αγγλικά

01

κοκκινισμένος, ντροπαλός

describing a face that is reddened, typically due to embarrassment, shyness, or modesty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blushing
συγκριτικός βαθμός
more blushing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shy child ’s blushing response indicated how easily he was embarrassed.
Η κοκκινισμένη απάντηση του ντροπαλού παιδιού έδειχνε πόσο εύκολα ντρεπόταν.

Λεξικό Δέντρο

unblushing
blushing
blush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store